Ξεθάρρεψαν τα μεμέτια για «γαλάζια πατρίδα» και φαντασιώνονται όνειρα θερινής νυχτός

ΝΗΣΙΑ

Η πολιτική και στρατιωτική τουρκική ηγεσία και διπλωματία γνωρίζουν πολύ καλά την επί αιώνων συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία του Ελληνισμού στα μικρασιατικά παράλια, αλλά σιωπούν και σκόπιμα αποφεύγουν να αναφέρονται ―για τους δικούς τους επεκτατικούς σκοπούς― στο Μικρασιατικό Ελληνισμό. Γνωρίζουν ότι τόσο στον Ποντιακό Ελληνισμό (Τραπεζούντα, Κερασούντα, Σαμψούντα κ.λπ.) όσο και στην περιοχή της αρχαίας Ιωνίας (Σμύρνη, Μίλητος, Έφεσος, Φώκαια κ.λπ.) είχαν από την αρχαιότητα ανθίσει η οικονομική και πνευματική ελληνική ανάπτυξη (εμπόριο, Τέχνες και Γράμματα) και ο πολιτισμός των ελληνικών αποικιών στο σύνολό του είχε διαδοθεί στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου μέσω της ακμάζουσας ελληνικής ναυτιλίας και του διεθνούς φήμης λιμανιού της Σμύρνης.

Η αρχαία και νεώτερη ιστορία είναι αμείλικτη και αδιάψευστος μάρτυρας όχι μόνο για τη συνεχή παρουσία των Ελλήνων και την ανάπτυξη των Γραμμάτων, των Τεχνών και των Επιστημών, αλλά και για τις διώξεις, τις ωμότητες και τις σφαγές και γενοκτονίες των Νεότουρκων, οι οποίοι δια πυρός και σιδήρου ξερίζωσαν από την πατρίδα τους και την πατρίδα των προγόνων τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές.

Είναι δε εθνικό καθήκον να γνωρίζουν πολύ καλά οι σημερινοί και αυριανοί Έλληνες όλων των ηλικιών και όλων των κοινωνικών στρωμάτων ότι ο τουρκικός επεκτατισμός φρενάρεται και αποδυναμώνεται ΚΑΙ μέσα από την ενημέρωση και γνώση της ιστορίας του Ελληνισμού στα μικρασιατικά παράλια του Πόντου και της Ιωνίας (περιοχή Σμύρνης).
Οι γραμμές αυτές που γράφονται έχουν ως αποδέκτες κυρίως τους Τούρκους και ιδιαίτερα τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες τους, οι οποίοι έχουν πάθει «αμνησία» για τη γενοκτονία κυρίως των Ποντίων και Αρμενίων, γεγονός που έχει αναγνωριστεί με συντριπτική πλειοψηφία απ’ όλα τα κράτη του κόσμου.

Αν οι Τούρκοι, με περίσσιο θράσος, εθνικιστική προπαγάνδα και επεκτατικές πρακτικές, ονειρεύονται και μιλούν για γαλάζια πατρίδα και προφανώς εννοούν τα τουρκοκρατούμενα ελληνικά νησιά επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμείς οι Έλληνες δικαιούμαστε να μιλούμε για τις γραφικές μικρασιατικές ακρογιαλιές του Πόντου και της Ιωνίας, όπου οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν με τον 1ο ελληνικό αποικισμό και δημιούργησαν το Μικρασιατικό Πολιτισμό, που διήρκησε αιώνες και κράτησε μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.

Για να κατανοήσει όμως και ο πιο απλός αναγνώστης τα του Ελληνισμού στα μικρασιατικά παράλια της Ιωνίας (περιοχή Σμύρνης) και του Πόντου (περιοχή Τραπεζούντος), θεωρούμε αναγκαίο να επιμερίσουμε το θέμα μας, αρχίζοντας από τα μικρασιατικά ελληνικά παράλια της Ιωνίας και κυρίως από την πρωτεύουσα του ελληνικού αποικισμού, τη Σμύρνη. Η Σμύρνη ήταν ελληνική αποικία και ιδρύθηκε από τους Αιολείς κατά τον 1ο ελληνικό αποικισμό (11ο έως 9ο π.Χ αιώνα) και, σύμφωνα με τον Παυσανία, επανιδρύθηκε η πόλη από το Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος συγκέντρωσε τους διασκορπισμένους Σμυρναίους σε νέα, κοντινή με την παλαιά πόλη τοποθεσία, δηλαδή στη θέση που βρίσκεται η πόλη μέχρι σήμερα.

Η Σμύρνη εξελίχτηκε σε μια από τις πιο όμορφες πόλεις της Μικράς Ασίας, χάρις στην ιδανική γεωγραφική θέση της, την οικονομική και πνευματική της ακμή και τα περικαλλή κτήρια που την κοσμούσαν. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο ανεγέρθηκαν σημαντικά δημόσια κτίσματα (θέατρο, στάδιο, βιβλιοθήκη, ωδείο, σχολές, ναοί κ.λπ.), κατά δε τα Βυζαντινά χρόνια ο Ιωάννης Κομνηνός μετέτρεψε το λιμάνι σε κύρια βάση του αυτοκρατορικού στόλου στο Αιγαίο.

Η ευνοϊκή γεωγραφική θέση της πόλης συνέβαλε στην εξέλιξή της σε σημαντικό εμπορικό κόμβο τόσο για τους Οθωμανούς όσο και για τους Έλληνες, τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αρμένιους. Η Σμύρνη αποτελούσε τη μητρόπολη των μικρασιατικών παραλίων. Η ανοδική και ακμάζουσα πορεία της συνεχίστηκε κατά τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα και μέχρι το 1922 που όχι μόνο καταστράφηκε, αλλά και περιήλθε με τη συνθήκη της Λωζάνης στην κυριαρχία της Τουρκίας. Έτσι το λίκνο του μικρασιατικού ελληνισμού περιέρχεται με τον πλέον τραγικό τρόπο στην απόλυτη κυριαρχία των Τούρκων, ο δε ελληνικός πληθυσμός των 150.000 και πλέον κατοίκων παίρνει το δρόμο της προσφυγιάς.

Οι Τούρκοι, λοιπόν, έχουν πάθει όχι μόνο «αμνησία» για την ελληνικότητα της Σμύρνης και της πέριξ περιοχής της, αλλά έχουν και το θράσος να μιλούν για «γαλάζια πατρίδα», εννοώντας και φωτογραφίζοντας θαλάσσιες ζώνες σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Εύξεινο Πόντο, μία έκταση 462.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Προχωρούν μάλιστα και απεικονίζουν επιδεικτικά στο προεδρικό γραφείο σε χάρτη ως τουρκική ολόκληρη τη θαλάσσια περιοχή νοτίως της Ρόδου, της Καρπάθου και άλλων ελληνικών νησιών και φτάνουν μέχρι την ανατολική Κρήτη, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελόριζου.

Ως γνωστό, με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπογράφηκε από τους συμμάχους (Αντάντ) η συνθήκη των Σεβρών, κατά την οποία η Σμύρνη ανήκε μεν στην Οθωμανική επικυριαρχία, αλλά με ελληνική διοίκηση και Έλληνα αρμοστή και με την προοπτική μετά από πέντε χρόνια, κατόπιν δημοψηφίσματος, να προσαρτάται στην ελληνική επικράτεια. Από το σημείο αυτό και μετά τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή σε βάρος της Ελλάδας και του μικρασιατικού ελληνισμού, με τις εξής βασικές αιτίες: 1) η ήττα του Βενιζέλου στις βουλευτικές εκλογές του 1920 άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και αποτέλεσε την αρχή του τέλους του Μικρασιατικού Ελληνισμού, 2) η παλινόρθωση του στέμματος με το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ να αναμειγνύεται ενεργά στη μικρασιατική εκστρατεία (αποστράτευσε τους ικανούς και εμπειροπόλεμους αξιωματικούς και στη θέση τους τοποθέτησε ανίκανους και απειροπόλεμους αντιβενιζελικούς και το πλέον χειρότερο διόρισε μαζί με το Γούναρη αρχιστράτηγο της εκστρατείας έναν ανίκανο και ανισόρροπο αξιωματικό, ο οποίος ασκούσε τα καθήκοντά του 600 χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο), 3) η άφρων εκστρατεία πέραν της Σμύρνης προς την Άγκυρα ήταν η κορύφωση ανθελληνικής πολιτικής – το ηθικό πλεονέκτημα των Ελλήνων διαχρονικά είναι να αμύνονται για τα εδάφη τους και να μην επιχειρούν την κατάκτηση ξένης χώρας, 4) η παλινόρθωση της βασιλείας με τον Κωνσταντίνο να είναι ανεπιθύμητος από του συμμάχους ως αρχηγός του Ελληνικού Κράτους εξόργισε τους συμμάχους, οι οποίοι και άλλαξαν στάση έναντι της Ελλάδας και τούτο φάνηκε τόσο στην μικρασιατική εκστρατεία που έμειναν αδιάφοροι και δεν παρείχαν καμιά βοήθεια στην μέχρι τότε σύμμαχό τους όσο και στη συνθήκη της Λωζάνης, όπου για τα δικά τους και μόνο συμφέροντα αθέτησαν αυτά που είχαν υπογράψει με τη συνθήκη των Σεβρών και έτσι με την υπέρ της Τουρκίας στάση τους συνέβαλαν καθοριστικά στον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Σμύρνη και τα λοιπά μικρασιατικά παράλια καθώς και από την Ανατολική Θράκη. Πέρα και πάνω από τις παραπάνω συνθήκες, εκείνο που παραμένει ιστορικά αναμφισβήτητο είναι η Ελληνικότητα της Σμύρνης και των παραλίων της και αυτό έχουμε Εθνικό καθήκον πάντα να το προβάλλουμε και να το υπενθυμίζουμε στους επιλήσμονες γείτονές μας και όχι μόνο…

Και έρχονται σήμερα οι «ανιστόρητοι» θιασώτες και νοσταλγοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να αμφισβητούν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στα θαλάσσια σύνορά μας και να διεκδικούν ακόμα και νησιά μας. Από πού κι ως πού η σημερινή πολιτική και στρατιωτική τουρκική ηγεσία θέτει θέμα και ονειρεύεται γαλάζιες πατρίδες; Το γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι όποιες διεκδικήσεις τους είναι αβάσιμες, μαξιμαλιστικές και αποπροσανατολιστικές, με στόχο να κερδίσουν κάποια από τα πολλά που θέλουν να βάλουν στο τραπέζι… Είναι γνωστοί οι τακτικισμοί τους. Όμως, ας έχουν υπόψιν τους, ότι έχουν γνώση οι φύλακες… και ας μη φαντασιώνονται όνειρα θερινής νυχτός. Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι η Ελλάδα του 1915 – 1923, με το Διχασμό, τη βασιλεία, τις κυβερνητικές αστάθειες, τους πολιτικούς ακροβατισμούς και τα πισώπλατα μαχαιρώματα των συμμάχων (Αντάντ) για τα δικά τους συμφέροντα…

Σήμερα η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας μας στα εθνικά θέματα έχουν αρραγές μέτωπο. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση και η Αξιωματική αντιπολίτευση, καθώς και τα λοιπά κοινοβουλευτικά κόμματα, είναι μαζί με το στρατιωτικό δυναμικό του Έθνους και σύσσωμο τον ελληνικό λαό μια γροθιά στα εθνικά θέματα. Έμβλημά μας ήταν, είναι και πάντα θα είναι η αμυντική μας θωράκιση και το υψηλό εθνικό και πατριωτικό πλεονέκτημα του εύψυχου δυναμικού μας στα πεδία των μαχών, όπως τούτο έχει διαχρονικά καταγραφεί από την ιστορία των αμυντικών μας πολέμων έναντι οιουδήποτε εισβολέα και κατακτητή.

Σωκράτης Π. Μάσσιας
φιλόλογος

Σχετικές δημοσιεύσεις